Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2007

Έρευνα της Βουλής για το Λευκό σε Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία και Βρεττανία

Η λευκή ψήφος στις βουλευτικές εκλογές της Ιταλίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου
Η σημασία που η κάθε έννομη τάξη αποδίδει στη λευκή ψήφο προκύπτει από την νομική αντιμετώπιση των λευκών ψηφοδελτίων. Ετσι, η παντελής απουσία σχετικής ρύθμισης και η συνακόλουθη εξομοίωσή τους με τα άκυρα ψηφοδέλτια δηλώνει σαφέστατα απαξίωση και αποκλεισμό της λευκής ψήφου. Η πρόβλεψη χωριστής καταμέτρησής τους, ή έστω απλής προσάρτησής τους στο πρακτικό της εκλογής, – και συνεπώς και προηγούμενης διανομής τους – παρέχει, αντίθετα, δυνατότητα έκφρασης ψήφου αποδοκιμασίας του συνόλου των προτεινόμενων πολιτικών επιλογών. Η ψήφος όμως αυτή δεν είναι και ψήφος ανατρεπτική, εφόσον τελικά τα λευκά ψηφοδέλτια δεν συνυπολογίζονται για την εξαγωγή του εκλογικού αποτελέσματος.
Ειδικότερα:


Ι. Στην Ιταλία:
Οι βασικές διατάξεις που διέπουν την εκλογή των βουλευτών (deputati) περιέχονται στο ενιαίο κείμενο του πδ 361/1957, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, ιδίως με τον νόμο 277/1993 και το εκτελεστικό του πδ 14/1994.
Σημαντική καινοτομία του νόμου αυτού, η καθιέρωση μικτού, πλειοψηφικού για 475 από τους συνολικά 630 βουλευτές, εκλογικού συστήματος, -αντί του προϊσχύσαντος αμιγώς αναλογικού-, και διπλής ψηφοφορίας με δύο διαφορετικά ψηφοδέλτια (schede) και δύο κάλπες.
Κατά την διαλογή των ψήφων (scrutinio), ψηφοδέλτιο της μιας ή της άλλης κατηγορίας που “δεν περιέχει καμιά έκφραση ψήφου”1, σφραγίζεται αμέσως στο πίσω μέρος του από την εφορευτική επιτροπή2 και καταγράφεται σε ειδική στήλη του σχετικού πρακτικού. Την χωριστή αυτή καταγραφή προϋποθέτει η παρ. 7 του άρθρου 68 του πδ 361/1957 που ορίζει ότι, μόλις τελειώσει η διαλογή, ο πρόεδρος της εφορευτικής επιτροπής “επιβεβαιώνει προσωπικά την αριθμητική αντιστοιχία των ψηφίων που έχουν σημειωθεί στις διάφορες στήλες του πρακτικού με τον αριθμό ... των λευκών ψηφοδελτίων (schede bianche), ..., επαληθεύοντας τη συμφωνία των δεδομένων, τα διαβάζει δημόσια και τα πιστοποιεί ρητά στο πρακτικό”3. Παρόμοια είναι η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 4 του πδ. 104/2003, εκτελεστικού του ν. 459/2001 που ρυθμίζει την άσκηση του δικαιώματος ψήφου από τους ιταλούς πολίτες του εξωτερικού. Η παρ. 3 του ίδιου άρθρου ρητά προβλέπει, εξάλλου, καταχώρηση των λευκών ψηφοδελτίων στο πρακτικό της εκλογής.
Η ιταλική εκλογική νομοθεσία προβλέπει, συνεπώς, δυνατότητα έκφρασης λευκής ψήφου με τα διανεμόμενα έντυπα ψηφοδέλτια. Τα “λευκά” αυτά ψηφοδέλτια δεν επηρεάζουν όμως το εκλογικό αποτέλεσμα, αφού δεν συμπεριλαμβάνονται στα έγκυρα που, μόνα αυτά, εκφράζουν τις κρίσιμες “έγκυρες ψήφους” (voti validi)45.


ΙΙ. Στη Γαλλία:
Το Σύνταγμα του 1958 ορίζει στο άρθρο 24 πως το Κοινοβούλιο, κατά το πρότυπο του δικαμεραλισμού, περιλαμβάνει δύο αντιπροσωπευτικά σώματα, συγκροτούμενα από τους εκπροσώπους που αναδεικνύει το εκλογικό σώμα κατά τις σχετικές εκλογές. Έτσι, η μεν Εθνοσυνέλευση (Αssemblée Νationale) συγκροτείται από βουλευτές που εκλέγονται με καθολική και άμεση ψηφοφορία, η δε Γερουσία (Sénat), συγκροτείται από γερουσιαστές που εκλέγονται με καθολική και έμμεση ψηφοφορία. Κατ΄ εξουσιοδότηση του συντακτικού νομοθέτη (άρθρ. 25 του Συντάγματος), ο κοινός νομοθέτης ρυθμίζει ειδικότερα τα σχετικά με τις εκλογές για την ανάδειξη των βουλευτών και των γερουσιαστών με οργανικό νόμο, οι διατάξεις του οποίου έχουν ενσωματωθεί στον Εκλογικό Κώδικα (Code Électoral).
Ειδικά ως προς τις λευκές ψήφους, στον Εκλογικό Κώδικα, που αποτελείται από δύο μέρη, το Νομοθετικό Μέρος (Partie Législative) και το Κανονιστικό Μέρος (Partie Réglementaire – Décrets en Conseil d’ Etat), αναφέρονται τα ακόλουθα άρθρα:
1. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΜΕΡΟΣ (PARTIE LÉGISLATIVE)
A. ΕΘΝΟΣΥΝΕΛΕΥΣΗ (ASSEMBLÉE NATIONALE)
Στο Νομοθετικό Μέρος, Βιβλίο Πρώτο (Livre I – Élection des Députés, des Conseillers Généraux et des Conseillers Municipaux des départements), Τίτλος Πρώτος, (Titre I – Dispositions communes à l’ élection des députés, des conseillers généraux et des conseillers municipaux), Κεφάλαιο Έκτο, (Chapitre VI – Vote), Τμήμα Δεύτερο (Section II - Opérations de vote), και ειδικότερα στα άρθρα L 54 – L 70 του Τμήματος αυτού, προβλέπονται τα σχετικά με τη διαδικασία της ψηφοφορίας για την ανάδειξη των μελών της γαλλικής Εθνοσυνέλευσης. Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν ειδικά ότι σε εκλογικά τμήματα άνω των 3.500 εγγεγραμμένων εκλογέων, όπου η ψηφοφορία διεξάγεται με μηχανικά μέσα, τα μέσα αυτά της ψηφοφορίας, που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, πρέπει να επιτρέπουν την καταχώρηση λευκής ψήφου6.
Στα καταστήματα που η ψηφοφορία διεξήχθη με τον ανωτέρω τρόπο, με μηχανικά μέσα δηλαδή, ορίζεται περαιτέρω ότι μετά το πέρας της ψηφοφορίας, ο Πρόεδρος της Εφορευτικής Επιτροπής φανερώνει, εκτός από το άθροισμα των ψήφων που συγκέντρωσε κάθε λίστα ή κάθε υποψήφιος, και τον αριθμό των λευκών ψηφοδελτίων, κατά τρόπο που να επιτρέπει την ανάγνωσή του από τα μέλη της Επιτροπής, τους εκπροσώπους των υποψηφίων βουλευτών και των παρόντων εκλογέων7.
Οι λευκές ψήφοι δεν συνυπολογίζονται στην εξαγωγή του εκλογικού αποτελέσματος. Προσαρτώνται στα Πρακτικά Ψηφοφορίας, με σχετική σημείωση για τον λόγο της προσάρτησής τους σε αυτά8.
B. ΓΕΡΟΥΣΙΑ (SÉNAT)
Στη διαδικασία της ψηφοφορίας για την ανάδειξη των γερουσιαστών αναφέρονται τα άρθρα L 294 – LO 325, Βιβλίο Δεύτερο (Livre II – Élection des Sénateurs des départments), Tίτλος Tέταρτος (Titre IV – Élection des Sénateurs), του Νομοθετικού Μέρους του Εκλογικού Κώδικα, και ειδικότερα τα άρθρα L 312 – L 318 του Εβδόμου Κεφαλαίου (Chapitre VII – Opérations de vote). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου L 313, στα εκλογικά τμήματα άνω των 3.500 εγγεγραμμένων εκλογέων, όπου η ψηφοφορία διεξάγεται με μηχανικά μέσα, τα μέσα αυτά πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου L 57 – 1 (βλ. ανωτέρω), δηλαδή πρέπει να προβλέπεται η δυνατότητα καταχώρησης λευκού ψηφοδελτίου στο μηχάνημα ψηφοφορίας. Περαιτέρω, το άρθρο L 316 ορίζει πως και στις εκλογές για την ανάδειξη των γερουσιαστών εφαρμόζονται οι διατάξεις L 43, L 63 – L 67, L 69 και L 70. Επομένως, ως προς τα λευκά ψηφοδέλτια ισχύουν όσα προαναφέρθηκαν σχετικά με τις εκλογές για την ανάδειξη των μελών της Εθνοσυνέλευσης, τα λευκά ψηφοδέλτια, δηλαδή, δεν συνυπολογίζονται στην εξαγωγή του εκλογικού αποτελέσματος.
2. ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΟ ΜΕΡΟΣ (PARTIE REGLEMENTAIRE – DECRETS EN CONSEIL D’ ETAT)
Ειδική διάταξη για τα λευκά ψηφοδέλτια ισχύει ως προς τις εκλογές για την ανάδειξη των γερουσιαστών. Σχετικά το άρθρο R 170 του Κανονιστικού Μέρους (Partie Réglementaire – Décrets en Conseil d’ Etat) του γαλλικού Εκλογικού Κώδικα προβλέπει ότι οι λευκές ψήφοι θεωρούνται άκυρες και δεν προσμετρώνται στο εκλογικό αποτέλεσμα9.
Συμπερασματικά, στη Γαλλία οι λευκές ψήφοι παραδοσιακά10 δεν συνυπολογίζονται μεταξύ των εγκύρων ψήφων για την εξαγωγή του εκλογικού αποτελέσματος. Κατά τούτο εξομοιώνονται προς τις άκυρες ψήφους. Αντιδιαστέλλονται, από την άλλη πλευρά, προς τις τελευταίες, καθώς επιτρέπουν στον εκλογέα να ασκήσει το εκλογικό του δικαίωμα δηλώνοντας ταυτόχρονα σαφώς πως δεν επιθυμεί να στηρίξει δια της ψήφου του καμιά από τις προτεινόμενες πολιτικές επιλογές.
Η μεταβολή της ισχύουσας νομοθετικής μεταχείρισης της λευκής ψήφου, η οποία όχι μόνον την εξομοιώνει προς την άκυρη αλλά και δεν την καθιστά αντικείμενο χωριστής καταμέτρησης, αποτέλεσε ήδη από το 1880 στόχο μεγάλου αριθμού κοινοβουλευτικών πρωτοβουλιών11. Η πιο πρόσφατη πρόταση για την αναγνώριση της λευκής ψήφου κατατέθηκε την 18η Δεκεμβρίου 2002 από τους βουλευτές Jean – Pierre Abelin, Pierre Albertini, Hervé Morin και άλλα μέλη της ομάδας UDF (Union pour la Démocratie Française), καθώς και συνεργαζόμενους με αυτούς βουλευτές12. Η αναγνώριση της λευκής ψήφου, όμως, ως έγκυρης προσκρούει καταρχάς σε αντιρρήσεις ως προς το σκόπιμο της καθιέρωσής της στις προεδρικές εκλογές, όπου ένα μεγάλο ποσοστό λευκών ψήφων προσμετρημένο για τον προσδιορισμό της απόλυτης πλειοψηφίας θα οδηγούσε σε αδιέξοδο, καθώς θα δυσχέραινε την ανάδειξη του Προέδρου της Δημοκρατίας τόσο κατά τον πρώτο γύρο των εκλογών όσο και κατά τον δεύτερο γύρο των εκλογών, όπου ο υποψήφιος δύσκολα θα συγκέντρωνε την απαιτούμενη απόλυτη πλειοψηφία των ψήφων13. Ομοίως υποστηρίζεται ότι θα συνέβαινε και στις βουλευτικές εκλογές, αφού ο συνυπολογισμός ως εγκύρων των λευκών ψηφοδελτίων, κατά το πλειοψηφικό σύστημα των δύο γύρων, θα ανύψωνε τον απαιτούμενο αριθμό για τη συγκέντρωση της απόλυτης πλειοψηφίας σε τέτοια επίπεδα που να απαιτείται τις περισσότερες φορές και δεύτερος γύρος εκλογών προκειμένου να εκλεγεί κάποιος βουλευτής14. Σχετικά είναι και τα επιχειρήματα για την αμφισβήτηση της αξιοπιστίας και της νομιμοποίησης ενός βουλευτή εκλεγμένου με ποσοστό κατώτερο του 50%15.
Έτσι, κατά τη συνεδρίαση της αρμόδιας Επιτροπής για τους συνταγματικούς νόμους, τη νομοθεσία και τη γενική διοίκηση της Δημοκρατίας (Commision des lois constitutionelles, de la législation et de l’ administration générale de la République) της 30.1.2003, συζητήθηκε η ανωτέρω πρόταση και έγινε δεκτή εν μέρει16, πλην όμως στη συνέχεια αναπέμφθηκε στην ίδια Επιτροπή.


ΙΙΙ. Στη Γερμανία:
Σύμφωνα με τον Ομοσπονδιακό Εκλογικό Νόμο της Γερμανίας (Bundeswahlgesetz, BWG)17, τα μέλη της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής (Deutscher Bundestag) αναδεικνύονται μέσα από τις εθνικές εκλογές (άρ. 1 BWG), που διεξάγονται στην εδαφική επικράτεια της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Bundesrepublik Deutschland) κάθε τέσσερα χρόνια.
Το εκλογικό σύστημα στις εκλογές αυτές είναι μικτό. Συνδυάζει το στοιχείο της πλειοψηφικής ψήφου μέσω της προσωπικής εκλογής των υποψηφίων και την αρχή της αναλογικής εκπροσώπησης.
Ειδικότερα, κάθε ψηφοφόρος έχει δικαίωμα δύο ψήφων (Stimmen) : Η πρώτη ψήφος (Erststimme) είναι για την προσωπική εκλογή ενός υποψηφίου, που εκπροσωπεί μία εκλογική περιφέρεια (Kreiswahlvorschlaege) (ο υποψήφιος, στην περίπτωση αυτή ονομάζεται Wahlkreisabgeordnete)18 και η δεύτερη ψήφος (Zweitstimme) είναι για την εκλογή μίας Λίστας Ομόσπονδου Κρατιδίου (Landeswahlvorschlaege – Landeslisten)19 (άρ. 4 BWG).
Την ημέρα της διεξαγωγής των εκλογών (Tag der Hauptwahl – Wahltag) οι πολίτες που είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους (Waehlerverzeichnis) κάθε εκλογικής περιφέρειας (Wahlbericht) είτε προσέρχονται στους χώρους των εκλογών, προκειμένου να ρίξουν το ψηφοδέλτιό τους (Stimmzettel) στις κάλπες [ή να ψηφίσουν μέσω των ειδικών εκλογικών μηχανών (Wahlgeraete)], είτε αποστέλλουν την ψήφο τους με το ταχυδρομείο (Briefwahl)20.
Σύμφωνα με το άρ. 30 BWG, μοιράζονται ψηφοδέλτια (Stimmzettel) μίας μόνο μορφής. Συγκεκριμένα, κάθε ψηφοδέλτιο περιλαμβάνει : α) αφ’ ενός μεν για την εκλογή των υποψηφίων των εκλογικών περιφερειών, τα ονόματα των υποψηφίων, β) αφ’ ετέρου, δε, για την εκλογή με Λίστες Ομόσπονδων Κρατιδίων, τα ονόματα των κομμάτων και τα ονόματα των πέντε πρώτων υποψηφίων των Λιστών.
Καμία διάταξη του Εκλογικού Νόμου δεν αναφέρεται στα λευκά ψηφοδέλτια ως ξεχωριστή κατηγορία. Η λευκή ψήφος κατά την ουσιαστική της έννοια (τη δυνατότητα, δηλαδή, απόρριψης, εκ μέρους του εκλογέα, του συνόλου των προτεινομένων υποψηφιοτήτων21), θεωρείται στο γερμανικό εκλογικό σύστημα άκυρη ψήφος.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρ. 34, 35 και 36 (που αφορούν τη διαδικασία για την ψηφοφορία με ψηφοδέλτια, εκλογικές μηχανές και επιστολικές ψήφους, αντίστοιχα), προκειμένου να είναι έγκυρη η ψήφος κάθε εκλογέα, ο τελευταίος πρέπει να έχει σημειώσει ένα σταυρό (ή άλλο διακριτικό σημείο, που φανερώνει με σαφήνεια τη βούληση ψήφου του), στη μεν πρώτη ψήφο του, δίπλα στο όνομα του υποψηφίου μέλους του Κοινοβουλίου, που επιθυμεί να ψηφίσει, στη δε δεύτερη ψήφο του, δίπλα στη Λίστα του Ομόσπονδου Κρατιδίου, που επιθυμεί να ψηφίσει.
Άκυρες (ungueltig) (άρ. 39 BWG) θεωρούνται οι ψήφοι -και καταχωρούνται ως τέτοιες αδιακρίτως κατά την καταμέτρηση-, όταν, μεταξύ άλλων22, το ψηφοδέλτιο δεν φέρει σταυρό (ή άλλο διακριτικό σημείο, που φανερώνει τη βούληση ψήφου του εκλογέα) και, γενικότερα, όταν δεν απεικονίζει αναμφισβήτητα τη βούληση ψήφου του εκλογέα.
Επομένως, ο Εκλογικός Νόμος δεν αναγνωρίζει ρητά στους ψηφοφόρους το δικαίωμα να μην ψηφίσουν κανέναν υποψήφιο ή καμία Λίστα υποψηφίων, να απορρίψουν, δηλαδή, όλες τις προτεινόμενες πολιτικές επιλογές. Είτε θα εκφράσουν ρητά τη βούλησή τους για την εκλογή αυτών, είτε, σε αντίθετη περίπτωση, η ψήφος τους καθίσταται άκυρη23. Σημειωτέον, πάντως, ότι η ψήφος στο γερμανικό εκλογικό σύστημα δεν είναι υποχρεωτική, γεγονός που προσφέρει στους εκλογείς τη δυνατότητα της αποχής ως τρόπο έκφρασης της απόρριψης εκ μέρους τους του συνόλου των πολιτικών επιλογών.
Συμπερασματικά, στη γερμανική εκλογική νομοθεσία, η λευκή ψήφος ουσία (απόρριψη του συνόλου των προτεινομένων πολιτικών επιλογών) θεωρείται άκυρη. Η λευκή ψήφος τύποις (λευκό ψηφοδέλτιο) δεν υφίσταται24.


ΙV. Στο Ηνωμένο Βασίλειο
1. Γενικά
Στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν υπάρχει ενιαίος εκλογικός νόμος (Single Elections Act). Η εκλογική διαδικασία διέπεται αποσπασματικά από τις διατάξεις μεμονωμένων ρυθμίσεων. Ενδεικτικά αναφέρονται οι νόμοι περί “Εθνικής Αντιπροσωπίας” ή “Αντιπροσώπευσης του Λαού” (Representation of the People Act 1983, 1985, 2000) καθώς και ο νόμος περί “Πολιτικών Κομμάτων, Εκλογών και Δημοψηφισμάτων” (Political Parties, Elections and Referendums Act 2000 Chapter 41).25
Το Βρετανικό εκλογικό σύστημα είναι πλειοψηφικό. Σε μονοεδρικές περιφέρειες εκλέγεται ο υποψήφιος με τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων (First Past the Post – FPTP).26 Επιγραμματικά, τo σύστημα αυτό συνδέεται με την ανάδειξη μονοκομματικών κυβερνήσεων, με την συνοχή της αντιπολιτευτικής πρακτικής, την αμεσότερη σύνδεση του υποψηφίου με συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, αλλά και με τον κοινοβουλευτικό αποκλεισμό των “τρίτων κομμάτων” (third parties - δυσαναλογία μεταξύ ψήφων και εδρών).27 Στο πλειοψηφικό σύστημα, η απλοποίηση της αντίθεσης ανάμεσα στην πλειοψηφία και τη μειοψηφία είναι προτιμότερη από τα πολιτικά πλεονεκτήματα της ισομερούς, αναλογικής εκλογικής εκπροσώπησης (fair representation – equity).28
2. “Λευκή Ψήφος”
Η ψήφος στις εθνικές εκλογές δεν είναι υποχρεωτική. Κατά την εκλογική διαδικασία δεν διανέμεται λευκό ψηφοδέλτιο. Ο τύπος του ψηφοδελτίου είναι κοινός σε κάθε εκλογική περιφέρεια και περιλαμβάνει μόνο τα ονόματα των αντίστοιχων υποψηφίων. Αρμόδια για το σχεδιασμό των ψηφοδελτίων (ballot paper design) και την ανασκόπηση εκλογικών και πολιτικών θεμάτων είναι η Εκλογική Επιτροπή (Electoral Commission), η οποία συστάθηκε το 200029 από το Βρετανικό Κοινοβούλιο και υφίσταται ως ανεξάρτητος από τα κόμματα και την κυβέρνηση οργανισμός.
Στο πλειοψηφικό σύστημα ο ξεχωριστός χαρακτήρας της λευκής ψήφου (έτσι όπως ορίζεται στα αναλογικά συστήματα) συγχωνεύεται σημασιολογικά τόσο με την άκυρη ψήφο όσο και με τα ποσοστά αποχής. Και στις δύο περιπτώσεις ως “λευκή” θεωρείται η ψήφος που δεν εκφράζει σαφή επιλογή υπέρ του ενός ή του άλλου υποψηφίου30. Στην σχετική ορολογία η λευκή ψήφος αναφέρεται ως “χαμένη” ή “κατεστραμμένη” ψήφος (wasted vote, spoiled ballot, blank vote), ενώ δύναται να ερμηνευθεί γενικά (έστω και υπό την μορφή της αποχής) ως στάση διαμαρτυρίας.
Στο βαθμό που η λευκή ψήφος αντιμετωπίζεται όπως η αποχή (αναλόγως του κοινού παρανομαστή εξομοίωσης, πχ. ως στάση διαμαρτυρίας ή πολιτική απάθεια), κύριο μέλημα των πρόσφατων προτεινόμενων νομοθετικών ρυθμίσεων είναι η ενίσχυση της συμμετοχής στις εκλογές31. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το ποσοστό συμμετοχής (turnout) στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές το 2001 άγγιξε μόλις το 59,4% (71,6% το 1997) και ήταν το χαμηλότερο από τις εθνικές εκλογές του 191832.
Κύρια πρόταση της Εκλογικής Επιτροπής είναι η προσθήκη στο ψηφοδέλτιο μιας επιπλέον δυνατότητας “μη επιλογής” κανενός από τους υποψηφίους (“none of the above”), με κύριο στόχο την καταγραφή αλλά και την δυνατότητα έκφρασης της αρνητικής συμμετοχής.
3. Παρατήρηση
Ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφοροποιήσεις ως προς την επίδραση και τη σημασία της αποχής, της άκυρης και της λευκής ψήφου και οι τρεις εκδοχές αποτελούν εκδήλωση της ελεύθερης εκλογικής συμπεριφοράς και της αντιπροσωπευτικότητας του πολιτικού συστήματος. Ιστορικές αλλά και σύγχρονες εμπειρίες ποσοστών συμμετοχής που πλησιάζουν το 100% κινούνται εύλογα σε αντίθετη κατεύθυνση. Από την άλλη, θα ήταν λάθος να υποτεθεί ότι τα ποσοστά αποχής και ο αριθμός άκυρων ή λευκών ψηφοδελτίων αποτελούν από μόνα τους επαρκείς ενδείξεις δημοκρατικότητας και ελευθερίας των επιλογών. Συχνά συνδέονται αιτιακά με συγκεκριμένες πολιτικές πρακτικές.


Ανακεφαλαιώνοντας:
Μόνο στην Ιταλία αναγνωρίζονται από τον νομοθέτη τα λευκά ψηφοδέλτια ως ιδιαίτερη κατηγορία. Στη Γαλλία η εκφρασμένη λευκή ψήφος θεωρείται άκυρη. Στη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο δεν παρέχεται η δυνατότητα έκφρασής της.
Αθήνα, 6 Αυγούστου 2004


Οι συνεργάτες του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής
-για την Ιταλία: Ανδρέας Κούνδουρος,
-για τη Γαλλία: Δημήτρης Κανελλόπουλος και Γεωργία Μακροπούλου,
-για τη Γερμανία: Μαριάνθη Γ. Καλυβιώτου,
-για το Ηνωμένο Βασίλειο: Αλέκος Κουτσογιάννης και Ελίνα Κανελλοπούλου.